Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοσκοπήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοσκοπήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

ΚΕΔΕ: Έρευνα Κοινής Γνώμης της METRON ANALYSIS για την Εικόνα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης – Μάιος 2013

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΘΕΜΑ: Παρουσίαση έρευνας ΚΕΔΕ - METRON ANALYSIS για την εικόνα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Οι Δήμοι της χώρας βρίσκονται στην πρώτη θέση των αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών, τόσο ως προς την αντιλαμβανόμενη σημασία που έχουν για τους πολίτες, όσο και ως προς την αντιλαμβανόμενη προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο.
Ωστόσο η βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχουν οι δήμοι στους πολίτες, είναι απολύτως αναγκαία, ενώ η αποτελεσματικότερη διαχείριση, περισσότερη ενημέρωση και διαφάνεια, ενίσχυση των αρμοδιοτήτων, πρέπει να είναι το τρίπτυχο και η στόχευση της τοπικής αυτοδιοίκησης για τα επόμενα χρόνια.

Αυτά είναι τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας που πραγματοποίησε η ΚΕΔΕ σε συνεργασία με την METRON ANALYSIS και η οποία παρουσιάστηκε σήμερα σε συνέντευξη Τύπου από τον πρόεδρο της ΚΕΔΕ Κώστα Ασκούνη και τον διευθύνοντα σύμβουλο της METRON ANALYSIS Στράτο Φαναρά.
Ειδικότερα στο ερώτημα «πόσο σημαντικοί για τη ζωή σας είναι οι παρακάτω θεσμοί και υπηρεσίες», οι δήμοι καταλαμβάνουν την πρώτη θέση μεταξύ των αντιπροσωπευτικών θεσμών, με το 53% να απαντά ότι έχουν μεγάλη σημασία, το 28% μέτρια και το 19% χαμηλή. Ακολουθεί η Κυβέρνηση, οι Περιφέρειες, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Κοινοβούλιο.
Στο ερώτημα: «πόσο νομίζετε ότι προσφέρουν (υπηρεσίες ή βοήθεια) αυτήν την περίοδο της κρίσης στους πολίτες οι δήμοι», το 26% αξιολογεί την προσφορά ως μεγάλη, το 44% ως μέτρια και το 30% ως χαμηλή.

Από την έρευνα προκύπτει επίσης ότι οι πολίτες στη συντριπτική τους πλειοψηφία – που κυμαίνεται από το 88% έως το 70% - θεωρούν ότι οι δήμοι πρέπει να έχουν περισσότερες αρμοδιότητες, από ότι έχουν μέχρι σήμερα. Τη πρώτη θέση στην προτίμησή τους είναι η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων που αφορούν στην κοινωνική πολιτική (ενίσχυση αστέγων, ανέργων, ατόμων με ειδικές ανάγκες).
Ακολουθούν οι αρμοδιότητες που αφορούν στους δρόμους, τους χώρους πρασίνου και αναψυχής, στις υποδομές για θέματα υγείας, στις αθλητικές εγκαταστάσεις, σε θέματα ΑΠΕ, στις πολιτιστικές δραστηριότητες, στα σχολικά κτίρια, στους παιδικούς σταθμούς, στην αστυνόμευση, στην ύπαρξη θέσεων στάθμευσης, στα συστήματα μέσων μαζικής μεταφοράς.

Σε ότι αφορά στο θέμα της διαφθοράς και στο ερώτημα αν τα τελευταία χρόνια η διαφθορά στους δήμους αυξάνεται η παραμένει ίδια ή μειώνεται, το 48% των πολιτών θεωρεί ότι παραμένει ίδια, το 26% ότι αυξάνεται και το 24% ότι μειώνεται.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και τα ευρήματα για το πώς κατατάσσουν οι πολίτες τα θέματα τοπικού ενδιαφέροντος. Πρώτο θέμα έρχεται η ανεργία, ενώ στην προ κρίσης εποχή κυριαρχούσαν θέματα όπως η καθαριότητα και η προστασία του περιβάλλοντος. Ειδικότερα το 37% των πολιτών κατατάσσει πρώτη την ανεργία και ενδεικτικά ακολουθούν: υπανάπτυξη- έλλειψη υποδομών 15%, καθαριότητα 13%, εγκληματικότητα – αστυνόμευση 12%, οικονομικό πολιτών 12%, οδικό δίκτυο 9%, συγκοινωνίες 6%, ιατρική περίθαλψη 6%, διαφθορά 2%, έλλειψη σχολείων 2%, πτώση τουρισμού 2%.
Να σημειωθεί ότι ευθύνες για τα προβλήματα αυτά αποδίδονται κατά 51% στη διακυβέρνηση της χώρας, κατά 27% στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, κατά 8% στους ίδιους τους πολίτες και κατά 6% σε διεθνείς παράγοντες.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το εύρημα ότι στο ερώτημα, «από όλα τα επίπεδα των εκλεγμένων εκπροσώπων ποιοι νοιώθετε να είναι πιο κοντά σας και να σας εκπροσωπούν περισσότερο», το 34% απαντούν οι δήμαρχοι και αιρετοί της Τ.Α., το 7% οι εκπρόσωποι σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, το 6% οι περιφερειάρχες, το 5% οι βουλευτές και τα στελέχη των κομμάτων και κανένας από αυτούς το 47%.

Τέλος οι πολίτες στις περιοχές τους νοιώθουν ικανοποιημένοι κατά 85% από την λειτουργία  των ΚΕΠ, κατά 76% από τις βασικές υποδομές σε νερό και κατά 65% από την πρόσβασή τους στο ίντερνετ.

Ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ  Κώστας Ασκούνης συνοψίζοντας τα συμπεράσματα της έρευνας σημείωσε τα εξής:
q  Η πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση (οι Δήμοι της χώρας) βρίσκονται στην πρώτη θέση των αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών που διερευνήθηκαν, τόσο ως προς την αντιλαμβανόμενη σημασία που έχουν για τους πολίτες, όσο και ως προς την αντιλαμβανόμενη προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο.
q  Επομένως μία στρατηγική ανάκαμψης της εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς το πολιτικό σύστημα πρέπει να συνυπολογίζει τις δυνατότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και να διερευνήσει την πιθανότητα ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων της, ώστε να φέρει «πιο κοντά» στους πολίτες τις υπηρεσίες που προσφέρει το κράτος. Η παρατήρηση αυτή επιβεβαιώνεται και από τη διερεύνηση δώδεκα θεματικών περιοχών και τη σχέση τους με την τοπική αυτοδιοίκηση. Και για τις δώδεκα οι πολίτες θα ήθελαν η τοπική αυτοδιοίκηση να αναλάβει περισσότερες αρμοδιότητες και κυρίως σε θέματα κοινωνικής πολιτικής (88%).
q  Η πορεία ανάκαμψης της πολιτικής εμπιστοσύνης δεν θα είναι ούτε εύκολη, ούτε ευθύγραμμη. Η καχυποψία, αν όχι η απαξίωση, είναι διάχυτη. Σε ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας (το οποίο πάντως δεν είναι η απόλυτη πλειοψηφία) υπάρχει η αντίληψη ότι η διαφθορά συνεχίζει να αυξάνεται (41%) ωστόσο και στον τομέα αυτό, η πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση φαίνεται να διαθέτει πολύ μεγαλύτερη κοινωνική εμπιστοσύνη αφού το ποσοστό όσων θεωρούν ότι στο χώρο της αυξάνεται η διαφθορά περιορίζεται μόλις στο 24%.
q  Βέβαια, η πρώτη θέση που δίνουν οι πολίτες στην αξιολόγηση και τη σημασία της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης μεταξύ των δημοκρατικών αντιπροσωπευτικών θεσμών, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πολλά για να βελτιώσει.
q  Η βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχει, είναι απολύτως αναγκαία. Σχεδόν δύο στους τρεις πολίτες θεωρούν ότι η σχέση τιμής-ποιότητας των υπηρεσιών που λαμβάνουν σε τοπικό επίπεδο, δεν είναι καλή. Μπορεί να κυριαρχεί η αίσθηση ότι τα προβλήματα ξεκινούν κυρίως από αδυναμίες της κεντρικής διακυβέρνησης, ωστόσο οι απαιτήσεις βελτίωσης των υπηρεσιών δεν εξαντλούνται εκεί. Η απαίτηση για καλύτερη διαχείριση του Δημόσιου χρήματος αφορά σε όλες τις βαθμίδες διοίκησης.
q  Αποτελεσματικότερη διαχείριση, περισσότερη ενημέρωση και διαφάνεια, ενίσχυση των αρμοδιοτήτων, αυτό πρέπει να είναι το τρίπτυχο και η στόχευση της τοπικής αυτοδιοίκησης για τα επόμενα χρόνια, έτσι τουλάχιστον όπως προκύπτει από τα ερευνητικά δεδομένα.

Ταυτότητα της έρευνας: Η έρευνα ήταν τηλεφωνική, πραγματοποιήθηκε σε πανελλαδικό επίπεδο από 15 έως 21 Μαΐου. Το μέγεθος του δείγματος ανέρχεται σε 1.203 άτομα, ηλικίας 18 ετών και άνω.

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ



Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Δημοσκοπήσεις ή δημοκρατία;


Ότι οι πολλοί συμμετέχουν στα κοινά κυρίως όποτε έχουμε εκλογές και ότι συνήθως δυσπιστούν για τα κόμματα, τα συνδικάτα και τις δημοτικές παρατάξεις, είναι, δυστυχώς, παλιό και γνωστό: φράσεις όπως «εμένα μην μου βάζεις ταμπέλες», «οι ιδεολογίες πεθάνανε» και «όλοι ίδιοι είναι», λέγονται και γράφονται πολύ συχνά, άσχετα αν όλες τους προδίδουν μια ιδεολογία, την ίδια στιγμή που την αρνούνται. «Αν κάποιος σας λέει ότι δεν είναι ούτε αριστερός, ούτε δεξιός, τότε σίγουρα δεν είναι αριστερός», έλεγε ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο.

Καθώς οι πολλοί αποσύρονται από την πολιτική, αφήνοντας την Δημο-κρατία χωρίς δήμο, το κενό που αφήνουν επιχειρείται να καλυφθεί από τις δημοσκοπήσεις που –υποτίθεται- κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Το μέσο αυτό χρησιμοποιείται εδώ και πολλές δεκαετίες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη και η εμπειρία από τη χρήση του έχει καταγραφεί σε αρκετά βιβλία, όπως το Η κατασκευή της κοινής γνώμης, του Γάλλου κοινωνιολόγου Patrick Chamagne (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη). Ο Champagne δείχνει ότι οι δημοσκοπήσεις δεν καταγράφουν απλώς απόψεις και τάσεις και υποστηρίζει ότι το πρόβλημα με αυτές δεν είναι μόνο αν λένε ή όχι την αλήθεια. Ακόμα κι αν είναι έγκυρες, οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν απλά αυτό που πιστεύουν οι ερωτώμενοι, αλλά πολύ συχνά προσπαθούν να το κατασκευάσουν. Η μέθοδός τους, ο τρόπος που τίθενται τα ερωτήματα, η στιγμή που αποφασίζεται να γίνει μια δημοσκόπηση, αυτός που την παραγγέλνει, το μέσο που τη δημοσιοποιεί και ο τρόπος που παρουσιάζει τα ευρήματά της, όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους και μας επιτρέπουν, αξιοποιώντας την εμπειρία από το εξωτερικό αλλά και τη χώρα μας, να ισχυριστούμε ότι τα «γκάλοπ» είναι πολιτικά εργαλεία: για το κυνήγι των εντυπώσεων, για την εξασφάλιση της επιθυμητής ερμηνείας ενός πολιτικού γεγονότος, για την επιρροή στην κοινή γνώμη και τη διαμόρφωση των απόψεων των πολλών.

Δεν ισχυρίζομαι ότι ο κόσμος είναι τόσο ανόητος που καταπίνει αμάσητο ό,τι του προσφέρουν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων. Λέω, ωστόσο, ότι σε μια εποχή που τα κόμματα (ή οι δήμαρχοι) γνωρίζουν ή ενδιαφέρονται λιγότερο για το τι πιστεύουν οι πολίτες, και που, την ίδια στιγμή, οι πολίτες απαξιώνουν τους πολιτικούς και την κεντρική ή τοπική πολιτική, οι δημοσκοπήσεις χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο της συμμετοχής των πολιτών, από όσους μπορούν να διαθέσουν αρκετά χρήματα για να τις παραγγείλουν και έχουν τα μέσα για να τις αξιοποιήσουν. Ως αποτέλεσμα, αντί για τις απόψεις ή τις δράσεις της κοινωνίας, καταλήγουμε να διαβάζουμε ποσοστά και απλοϊκές τοποθετήσεις του τύπου «ναι/όχι» σε συγκεκριμένα ερωτήματα, που συχνά μάλιστα είναι αδύνατο να απαντηθούν μονολεκτικά. Περιττό να πω ότι ωφελημένοι από τη διαδικασία αυτή βγαίνουν εκείνοι που καταλαβαίνουν το «πνεύμα της εποχής» και δεν έχουν κανένα οικονομικό ή ιδεολογικό πρόβλημα για να μην παίξουν το πολιτικό παιχνίδι με τους «σύγχρονους όρους», δηλαδή με πολλά λεφτά και καθόλου ενεργούς πολίτες. (Ένας πολιτικός επιστήμονας θα το έλεγε «μετάβαση από τις καμπάνιες ‘έντασης εργασίας’ στις καμπάνιες ‘έντασης κεφαλαίου’).

Για όλους αυτούς τους λόγους, μου έκανε πολύ κακή εντύπωση η αντιγραφή, από την εφημερίδα B+, όσων ισχύουν στην κεντρική πολιτική σκηνή. Δεν στέκομαι στα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, αλλά στο γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχει συμβεί στην Ελλάδα μια απίστευτη κατάχρηση του μέσου, που πάει να επεκταθεί και σε επίπεδο δήμων, με την μηνιαία εφημερίδα να ανοίγει το χορό· ενδεχομένως με καλές -και όχι μόνο εμπορικές- προθέσεις (δεν μου αρέσουν οι θεωρίες συνωμοσίας), αλλά σίγουρα όχι σε όφελος της δημοκρατικής πολιτικής συμμετοχής.

Ας μην ξεχνιόμαστε: την τελευταία τριετία, μόνο η GPO διεξήγαγε μερικές δεκάδες δημοσκοπήσεις για λογαριασμό της εβδομαδιαίας εκπομπής του Γ. Πρετεντέρη στο Mega, πολλές από τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν για να απαξιώσουν κοινωνικές διεκδικήσεις (βλ. καταλήψεις 2006-7), για να «εξαφανίσουν» από την πολιτική συζήτηση τα κόμματα και τους υποψηφίους της Αριστεράς (επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στα δύο κόμματα εξουσίας και τους «υποψήφιους πρωθυπουργούς») και για να επιβάλουν συγκεκριμένη θεματολογία ή οπτική στη δημόσια συζήτηση (βλ. την πίεση που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ για τη στάση του στα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, με τους δημοσιογράφους να επισημαίνουν-απειλούν διαρκώς ότι «τα ποσοστά πέφτουν»). Είναι χαρακτηριστικό ότι την επαύριο των ευρωεκλογών του 2009 (που πολλά ΜΜΕ συνέχισαν να μιλούν για δημοσκοπήσεις, ασχολούμενα περισσότερο με αυτές, παρά με το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα…), δημοσιογράφοι υποστήριξαν –και σωστά- πως ζήσαμε την πιο χειραγωγημένη απ’ τα γκάλοπ εκλογική μάχη, από την εποχή της Μεταπολίτευσης.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν μας αρέσουν ή όχι οι δημοσκοπήσεις κι αυτά που δείχνουν. Είναι ότι αυτοί που σήμερα παραγγέλνουν δημοσκοπήσεις, εκτιμώντας ότι έτσι αντλούν πολιτικά οφέλη, μπορεί να είναι στο κοντινό αύριο αυτοί που θα πιέζονται ή θα εκβιάζονται από τους αντιπάλους τους και τα ΜΜΕ με τον μπαμπούλα των ποσοστών. Και οι πολλοί; Η άποψή τους δεν θα αξίζει παρά όσο ένα νούμερο.

Δημοσθένης Παπαδάτος - Αναγνωστόπουλος

πολιτικός επιστήμονας - μέλος της Στάσης Βύρωνα