Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Ο δημοφιλής κ. Δήμαρχος

Τα τελευταία χρόνια τα είδαμε όλα, σε δεκάδες τηλεοπτικά πλάνα, σκηνοθετημένα ως «αυθόρμητα». Είδαμε τον Κώστα Καραμανλή να παίζει ποδόσφαιρο ή να βγαίνει βόλτα με την οικογένεια ή να τρώει στον Μπαϊρακτάρη. Είδαμε τον Γιώργο Παπανδρέου να παίρνει κοιλιακούς στο γυμναστήριο ή να κάνει τζόγκινγκ ή να χορεύει. Είδαμε τον Παναγιώτη Ψωμιάδη («το νομάρχη της καρδιάς μας», τον «καρντάση», τον «παντελονάτο» -όλα κατά δήλωσή του) να ντύνεται Ζορρό, να καβαλάει το άλογο, να τραγουδάει Καζαντζίδη και να ρίχνει ζεϊμπεκιές στην τηλεόραση του Άλτερ. Τα είδαμε όλα αυτά, αλλά δεν τα ζηλέψαμε: στο Βύρωνα έχουμε κι εμείς τον «δήμαρχο της καρδιάς μας»: το «Νίκο». Μέχρι τις εκλογές δε, θα μπορούμε να παρακολουθούμε την καθημερινότητα του «Νίκου» απ'το προσωπικό του σάιτ και να καμαρώνουμε τον ίδιο -και- ως μπασκετμπολίστα, χάρη στη γιγάντια φωτό στο εκλογικό του κέντρο. Το εμπεδώσαμε, λοιπόν: το θέμα δεν τι κάνει ή τι δεν κάνει ένας δήμαρχος, αλλά τι φαίνεται να κάνει και πώς φαίνεται ότι είναι.


Πώς φτάσαμε, όμως, ως εδώ;


Μια μικρή αναδρομή


Πάνε οχτώ χρόνια από τότε που στον Βύρωνα πρωτοκυκλοφορούσαν οι αφίσες ενός νέου και άφθαρτου υποψηφίου, που καλούσε τους πολίτες να τον ψηφίσουν με κεντρικό σύνθημα «ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά: μόνο μπροστά»: ο τότε Χαρδαλιάς (και νυν «Νίκος») στόχευε στους απογοητευμένους, στη νεανική ψήφο και, ασφαλώς, στην ελαφρότητα της εποχής. Του το επέτρεπε, εξάλλου, η απερχόμενη «αριστερή» διοίκηση Ρογκάκου που, ανάμεσα σε πολλά και διόλου τιμητικά επιτεύγματα, κατάφερνε το πρωτοφανές στα χρονικά του ΚΚΕ: να «αδειάσει» η ίδια η Αλέκα Παπαρήγα υποψήφιο του κόμματος από τηλεοράσεως, και μάλιστα στη διάρκεια ντιμπέιτ πολιτικών αρχηγών.


Βλέποντας την τότε προεκλογική διακήρυξη της παράταξής του (βλ. παρουσία ονομάτων από σχεδόν όλους τους πολιτικούς χώρους) και κρίνοντας κυρίως από το εκλογικό αποτέλεσμα, το πείραμα του κ. Χαρδαλιά ήταν πετυχημένο: μια παραδοσιακά αριστερή συνοικία επέλεγε για δήμαρχο έναν δεξιό πολιτευτή και πολλοί Βυρωνιώτες πείθονταν ότι είναι πλέον εκτός μόδας η διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς, όσο κι αν αυτό σήμαινε πως η Αριστερά όφειλε να πάει δεξιότερα κι όχι η Δεξιά να γίνει ..αριστερή. Με δεδομένη, λοιπόν, τη δυσαρέσκεια από τη διοίκηση Ρογκάκου, την οργή για την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και την αδυναμία των αριστερών παρατάξεων, ο Νίκος Χαρδαλιάς έδειχνε να παίζει χωρίς αντίπαλο.


Λίγο αργότερα, όταν στα πράγματα είχε έρθει πια η ΝΔ και ο νέος δήμαρχος επέβαλλε άδικους φόρους ή εξήγγελλε «σώματα εθελοντικής φύλαξης» της πόλης (για μέτρα που παρέπεμπαν «στα αλήστου μνήμης χαφιεδικά ΤΕΑ» έκανε λόγο τότε η αντιπολίτευση...), οι αντίπαλοι του Χαρδαλιά άρχισαν να ανασυγκροτούνται και η νέα διοίκηση να αντιλαμβάνεται τα όριά της. Όσα όμως κι αν άλλαξαν, ο δήμαρχος παρέμενε στη θέση του. Και στις εκλογές του 2006 επιβεβαίωνε την ανυπαρξία αντιπάλου που να τον απειλεί σοβαρά, περνώντας με άνεση το χρειαζούμενο 42% και κερδίζοντας παραπάνω ψήφους απ' όσα κέρδιζε η ΝΔ στον Βύρωνα στις βουλευτικές εκλογές του 2007.


Ποιο ήταν, όμως, το μυστικό της επιτυχίας;


Μόνο «επικοινωνιακός»;


Ο Χαρδαλιάς αξιοποίησε τον τοπικό εκλογικό μηχανισμό της Δεξιάς και υποστηρίχτηκε από τη ΝΔ, την ίδια στιγμή που προβαλλόταν ως υπερκομματικός και «υπεράνω Δεξιάς και Αριστεράς» υποψήφιος, ποντάροντας στο γεγονός ότι, τόσο γενικά, όσο και ειδικότερα στις τοπικές εκλογές, οι ψηφοφόροι είναι λιγότερο ευθυγραμμισμένοι με τα κόμματά τους απ'ό,τι παλιότερα. Επιπλέον, είναι γνωστό σε όλους: στις τοπικές εκλογές, ο παραγοντισμός είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σχεδόν σε κάθε κήπο, ευδοκιμώντας .πέραν της Δεξιάς και της Αριστεράς. Με πιο απλά λόγια: όσο πιο κοντά στην τοπική εξουσία δείχνει κάποιος, τόσο περισσότεροι ανακαλύπτουν σ'αυτόν τον άνθρωπο που θα αλλάξει την πόλη συθέμελα.


Η (τοπική) πολιτική ως ...τέχνη


Σε δεύτερο χρόνο, ο Ν. Χαρδαλιάς απέκτησε το δικό του δίκτυο, αξιοποιώντας τις προσβάσεις που κάθε δήμαρχος αντικειμενικά διαθέτει στον κρατικό μηχανισμό και τα ΜΜΕ. Κι αυτό, προκειμένου, μαζί με το έργο της διοίκησης, να προβάλλεται και ο ίδιος, πριν και μετά τις εκλογές, χωρίς να ξοδεύει ευρώ. Ένα μη πολιτικό γεγονός, το ετήσιο Φεστιβάλ του Δήμου Βύρωνα, η εμβέλεια του οποίου ξεπερνά τα σύνορα της πόλης, αποτελεί ως τις μέρες μας ένα σπάνιο εργαλείο προβολής και «δικτύωσης» του δημάρχου -ένα «όπλο» που τον καθιστά ακαταμάχητο απέναντι στους αντιπάλους του. Το ίδιο συμβαίνει, εξάλλου, και με την ιστοσελίδα του Δήμου ή τα -καλών προθέσεων- Φεστιβάλ Γειτονιών και το Φεστιβάλ Μεταναστευτικών Κοινοτήτων. Εδώ, βεβαίως, είναι αναγκαία μια διευκρίνιση: ο δήμαρχος σχεδιάζει και υλοποιεί πρωτοβουλίες που οι αντίπαλοί δεν διανοούνται καν να αναλάβουν, αρκούμενοι συνήθως στην εκφώνηση της πολιτικής τους και αγνοώντας την ισχύ του παραδείγματος.


Τα παραπάνω δεν αναιρούν εργατικότητα, ικανότητες ή τα όποια θετικά. Όμως αυτά δεν εξηγούν από μόνα τους την μέχρι τώρα απήχηση του δημάρχου. Και μολονότι, για να μιλήσει κανείς για τις επιτυχίες ενός, οφείλει να βάλει στον λογαριασμό τις αδυναμίες και τις αποτυχίες των άλλων (των αντιπάλων του), αν υπάρχει κάποιο «μυστικό Χαρδαλιά», αυτό θα μπορούσε κανείς να το αναζητήσει σ' ό,τι ο κοινωνιολόγος Ρ. Σένετ αποκαλεί «τυραννία της οικειότητας».


Ο «οικείος» Νίκος Χαρδαλιάς


Βάζοντας ένας πολιτικός μπροστά το προσωπικό και το ιδιωτικό στοιχείο, συχνά υπό το πρόσχημα της αμεσότητας, στην πραγματικότητα κατεδαφίζει τις λεπτές αποστάσεις που κάνουν δυνατή την λειτουργία της δημόσιας σφαίρας. Έτσι, ενώ φαινομενικά γκρεμίζει τα τείχη και τις αποστάσεις ανάμεσα στους πολιτικούς και τους «απλούς πολίτες», στην πραγματικότητα εγκαθιδρύει μια «τυραννία της οικειότητας»: μια ανελέητη πάλη των ναρκισσισμών (ανάμεσα στους πολιτικούς και μεταξύ πολιτών και πολιτικών). Η πολιτική, έτσι, κατανοείται στο εξής από τους πολίτες με όρους προσωπικότητας και ψυχολογίας.


Ας το πούμε πιο απλά: αυτό που ο δήμαρχος έχει καταφέρει να συζητιέται, δεν είναι το πώς διοικεί ο ίδιος και η παράταξή του, αλλά το πώς είναι: ευχάριστος, νεανικός, φιλικός, ευαίσθητος, καλαμπουρτζής, ικανός, βοηθητικός στις δύσκολες στιγμές του συνανθρώπου, εργατικός, φιλότιμος κλπ. Αυτό, όμως, δεν έχει να κάνει με την πολιτική, με όσο «τοπικούς» και «ιδιαίτερους» όρους κι αν θέλουμε να την καταλαβαίνουμε.


Το «φαινόμενο Χαρδαλιά», λοιπόν, δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα παράδειγμα της επικράτησης της λογικής των ΜΜΕ επί της πολιτκής: η συμμετοχή «ειδικών» της επικοινωνίας στο ψηφοδέλτιό του, απλά επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό. Αν μάλιστα, κοντά σε αυτά, προσθέσει κανείς την εφαρμογή των βασικών διδαγμάτων του μακιαβελικού Ηγεμόνα (αξιοποίηση των αντιπάλων, ανάδειξη των αντιθέσεών τους, κατά περίπτωση ενσωμάτωση ή διαίρεσή τους, συνδυασμός ευαισθησίας και δυναμισμού κ.ά), μπορεί να καταλάβει πώς ένα πολιτικό επιτελείο μπορεί να «χτίζει» τους όρους μιας πολιτικής επικράτησης με όρους μη πολιτικούς.


Η αποπολιτικοποίηση ως μέσο ...επαναφοράς των απογοητευμένων στην πολιτική


Αυτή η αποπολιτικοποίηση των εκλογών δεν αποτελεί εφεύρεση του κ. Χαρδαλιά. Είναι όλο και πιο ορατή στις επιλογές των κομμάτων εξουσίας, προκειμένου να μην εισπράξουν το πολιτικό κόστος των επιλογών τους και προκειμένου να φέρουν κοντά τους τους απογοητευμένους από την πολιτική: η πρόσφατη επιλογή του μπασκετμπολίστα Κικίλια για τη ΝΔ και η ανάδειξη του (μη μιντιακού, αλλά) «ακομμάτιστου» Συνηγόρου του Πολίτη ως υποψηφίου ΠΑΣΟΚ και «Δημοκρατικής Αριστεράς», ώστε να αμβλυνθούν οι εντυπώσεις από την πολιτική της κυβέρνησης, αυτό ακριβώς μαρτυρούν. Μόνο που, αν το δει κανείς σε βάθος χρόνου, η αποπολιτικοποίηση (η εξαφάνιση, δηλαδή, της ιδεολογικής και πολιτικής σύγκρουσης) ως μέσο για να ξανασχοληθούν οι πολίτες με τα κοινά, απογοητεύει περισσότερους απ'όσους εμπνέει. Το αποτέλεσμα είναι να πολλαπλασιάζονται οι λόγοι για τους οποίους οι ψηφοφόροι θέλουν να τιμωρήσουν τους πολιτικούς και, δυστυχώς, και την πολιτική.


Αντι-θέσεις Ή γιατί το Μνημόνιο δεν εξαιρεί τις τοπικές κοινωνίες

Αν θέλουμε η πολιτική να πάψει να μονοπωλείται από ειδικούς της επικοινωνίας και από ολιγαρχικά σχήματα, θα πρέπει να συνεχίσουμε να την καταλαβαίνουμε πρωτίστως με όρους κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών αντιθέσεων (που βέβαια σε κάθε περιοχή είναι ειδικές), αντί ως υπόθεση «χαρισματικών» προσωπικοτήτων. Τι σημαίνει αυτό στις μέρες μας, που όλοι ορκίζονται ότι θέλουν το καλό μας; Η κοινή λογική λέει πως, μετά την επιβολή του Μνημονίου, η μεγάλη αντίθεση μέσα στην κοινωνία είναι μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν το Μνημόνιο (έστω και ως «αναγκαίο κακό») και αυτών που θέλουν την άμεση αποδέσμευσή μας από αυτό, καταλαβαίνοντας ότι οι τοπικές κοινωνίες μόνο «ιδιαίτερα» και «τοπικά» δεινά έχουν να συσσωρεύσουν από την εφαρμογή του και την «εξειδίκευσή» του μέσω του Καλλικράτη. Είναι, λοιπόν, οι τοποθετήσεις σε αυτή την αντίθεση και -κυρίως- οι ανάλογες πρωτοβουλίες υπεράσπισης της κοινωνίας, που θα κρίνουν κάθε υποψηφιότητα. Ποιος και πώς αντιμετωπίζει τα προβλήματα; Ποιος δίνει εξουσία στους πολλούς απλούς πολίτες, αντί να κερδίζει όλο και περισσότερη για τον εαυτό του; Ποιος είναι διατεθειμένος να συγκρουστεί με άδικα μέτρα και να προτείνει λύσεις για το σήμερα και το αύριο; Αυτά -και όχι οι πολιτιστικές εκδηλώσεις ή τα ευγενικά χαμόγελα- είναι τα κριτήρια. Και ο Νίκος Χαρδαλιάς δεν τα καλύπτει.

Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος πολιτικός επιστήμονας υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος με την ΣΤΑΣΗ ΒΥΡΩΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: